Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Αυτή η θάλασσα δεν ειναι όπως οι άλλες .....


...... είναι η δικιά μας θάλασσα.
ΧΑΪΝΗΔΕΣ ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΙΚΡΟΘΑΛΑΣΣΑ

Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική:Μιχάλης Σταυρακάκης


Εγώ στα φύλλα της καρδιάς

κρύβω βαθιά τον πόνο
στρέφω το βλέμμα μη με δουν
και σαν παιδί βουρκώνω

Θε μου πόσο παράξενοι 
είν’ οι δικοί μας τόποι
θλιμμένα τα τραγούδια μας
και γελαστοί οι ανθρώποι

Κλείσε τα μάτια κι άσε με
θάλασσα να σε λέω
τούτο το βράδυ που μπορεί
ναι `ναι το τελευταίο

Θάλασσα πικροθάλασσα
μια νύχτα θα γυρίσω
κι ένα κορμί και μια καρδιά
στο κύμα σου θ’ αφήσω


Θάλασσα πλατιά - Μάνος Χατζιδάκις

Στίχοι Γιώργος Ρούσσος



Θάλασσα πλατειά
σ' αγαπώ γιατί μου μοιάζεις
θάλασσα βαθιά
μια στιγμή δεν ησυχάζεις
λες κι έχεις καρδιά

την καρδιά μου τη μικρούλα τη φτωχειά
Όνειρα τρελά
που πετούν στο κύμα πάνω
φτάνουν στην καρδιά
και τα νιάτα μας ξυπνάνε
όνειρα τρελά
και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά
Έχω έναν καημό
που με τρώει γλυκά και με λιώνει
έχω ένα καημό
θα 'ρθω να στον πω
αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ' αγαπώ
Κύματα πουλιά
στα ταξίδια σας που πάτε
τα αλαργινά
την κρυφή μου λύπη πάρτε
κι απο 'κει μακριά
να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά



ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΑΝΑ -MILVA

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Μίλβα


                   Παράμ παράμ παράμ γυρνάω χορεύω
στην άμμο του χειμώνα με τα φύκια
τη θάλασσα που αρρώστησε γιατρεύω
και κάνω με τα αστέρια σκουλαρίκια

Παράμ παράμ παράμ παραμονεύει
στο πέλαγο του χρόνου το καράβι
μια άγκυρα η ζωή μου ζητανεύει
το βάθος του έρωτα της να συλλάβει

Θάλασσα μάνα αρμύρα μου εσύ
γαλάζια μοίρα
για παραμάνα στον ώμο χρυσή τον ήλιο πήρα
θάλασσα μνήμη μαύρο μου ασήμι
πάρ' την καρδιά μου και κάν' την μισή
του ανέμου αγρίμι

Θάλασσα μάνα αρμύρα μου εσύ
γαλάζια μοίρα
για παραμάνα στον ώμο χρυσή τον ήλιο πήρα
θάλασσα μνήμη μαύρο μου ασήμι
πάρ' την καρδιά μου και κάν' την μισή
του ανέμου αγρίμι

Παράμ παράμ παράμ παραμυθένιο
ναυάγιο μες στα σύννεφα η σελήνη
κορμί του Ποσειδώνα σιδερένιο
ποιο πέτρινο μουσείο να σε κλείνει

Θάλασσα μάνα αρμύρα μου εσύ
γαλάζια μοίρα
για παραμάνα στον ώμο χρυσή τον ήλιο πήρα
θάλασσα μνήμη μαύρο μου ασήμι
πάρ' την καρδιά μου και κάν' την μισή
του ανέμου αγρίμι


Όλος ο κόσμος θάλασσα - Φασουλας Καλλέργης

 Στίχοι: Φασούλας Γιώργος. Καλλέργης Κώστας
Μουσική: Φασούλας Γιώργος. Καλλέργης Κώστας
Ερμηνευτές: Φασούλας Γιώργος. Καλλέργης Κώστα

ΟΛΟΣ Ο ΚΟ, ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ, ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΣΥ ΣΑΙ Τ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΛΙ
ΟΦΟΥ ΠΟΥΛΑΚΙ ΜΟΥ ΚΙ ΕΣΥ ΣΕ Τ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΛΙ
ΑΝΑΘΕ ΜΑ, ΑΝΑΘΕΜΑ ΣΑΣ ΚΥΜΑΤΑ
ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ, ΑΝΑΘΕΜΑ ΣΑΣ ΚΥΜΑΤΑ
ΑΝΑΘΕΜΑ ΣΑΣ ΚΥΜΑΤΑ ΕΝΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΕ ΒΓΑΛΕΙ
ΟΦΟΥ ΠΟΥΛΑΚΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΕ ΒΓΑΛΕΙ

Ο ΕΡΩΤΑΣ, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΣΙ ΘΑΛΑΣΣΑ
ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΣΙ ΘΑΛΑΣΣΑ
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΣΙ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΣΙ ΣΙΜΩΣΩ
ΟΦΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΣΙ ΣΙΜΩΣΩ
ΠΟΥ ΕΦΟΥΝΤΩΣΕ, ΠΟΥ ΕΦΟΥΝΤΩΣΕ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΠΟΛΥ
ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ, ΠΟΥ ΕΦΟΥΝΤΩΣΕ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ
ΠΟΥ ΕΦΟΥΝΤΩΣΕ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ, ΠΝΙΓΕΙ ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ
ΟΦΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΠΝΙΓΕΙ ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ.

ΟΟΟΟΟΝΤΕ ΠΟΝΕΙΣ, ΟΝΤΕ ΠΟΝΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ
ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ, ΟΝΤΕ ΠΟΝΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ
ΟΝΤΕ ΠΟΝΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ ΝΑ ΚΛΑΙΩ ΓΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
ΝΑ ΚΛΑΙΩ ΓΩ ΓΙΑ ΣΕ ΝΑ ΝΑ ΚΛΑΙΩ ΓΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
ΟΟΟΟ ΓΙΑ ΔΕ ΜΠΟΡΩ, ΓΙΑ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΑ ΘΩΡΩ
ΑΜΑΝ ΑΜΑΝ, ΓΙΑ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΑ ΘΩΡΩ
ΓΙΑ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΑ ΘΩΡΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΚΛΑΜΜΕΝΑ
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΚΛΑΜΜΕΝΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΚΛΑΜΜΕΝΑ
ΟΝΤΕ ΠΟΝΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΤΟ ΛΕΣ ΝΑ ΚΛΑΙΩ ΓΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
ΝΑ ΚΛΑΙΩ ΓΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Ax Θάλασσά μου σκοτεινή - Νίκος Πορτοκάλογλου
Στίχοι: Νίκος Πορτοκάλογλου
Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου


Αχ θάλασσά μου σκοτεινή, θάλασσα αγριεμένη
πού θα με βγάλεις το πρωί
σε ποια στεριά μου ξένη
πού θα με βγάλεις το πρωί
σε πιά στεριά μου ξένη
αχ θάλασσά μου σκοτεινή,θάλασσα αγριεμένη

Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω
τι να τα κάνω τώρα πια
απόψε που σε χάνω

Μέσα στα μαύρα σου νερά
κομμάτια η ζωή μου
αχ θαλασσά μου εσύ βαθιά
που κρύβεις το νησί μου
αχ θαλασσά μου εσύ βαθιά
που κρύβεις το νησί μου
μέσα στα μαύρα σου νερά
κομμάτια η ζωή μου

Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω
τι να τα κάνω τώρα πια
απόψε που σε χάνω


Πες μου θάλασσα-Άλκηστις Πρωτοψάλτη

Στίχοι: Ελένη Ζιώγα
 Μουσική: Αντώνης Μιτζέλος
Πρώτη εκτέλεση: Άλκηστίς Πρωτοψάλτη

Πες μου θάλασσα
τόσα μυστικά σου
τον απ 'κόσμο κρύβεις
και μες τη σιωπή στα βαθιά
χρόνια τα κλείνεις

Ποια ναυάγια
λάθη αλλοτινά σου
λάφυρα της μνήμης
με μαργαριτάρια ακριβά
χρόνια τα ντύνεις

Θάλασσά μου σαν και σένα κάποτε
φουρτούνες σήκωνα και γω
Αγριεμένα αγάπες Στα νερά μου τ '
αδικούσα δίχως να σκεφτώ
κι έστειλα πολλές φορές καράβια
στης καρδιάς μου το βυθό
ίδια εγώ με σένα.

Θάλασσα μου σαν και σένα τώρα
με ναυάγια ζω και γω παλιά,
για όσες χάθηκαν ζωές στην μπόρα
το μετάνιωσα μα είναι αργά
χω κάνει πια τα και «λάθη δώρα
δυο κοράλλια αληθινά
στην καρδιά κλεισμένα
ίδια εγώ με σένα.

Πες μου θάλασσα,
πόσα μυστικά σου,
λάφυρα της μνήμης
με μαργαριτάρια ακριβά
χρόνια τα ντύνεις.

Ci vorrebbe il mare - Marco Masini & Montserrat Caballé

Marco Masini - Ci vorrebbe il mare
Dall'album "Marco Masini" - Anno: 1990

Ci vorrebbe il mare che accarezza i piedi
mentre si cammina verso un punto che non vedi,
Ci vorrebbe il mare su questo cemento
ci vorrebbe il sole col suo oro e col suo argento
e per questo amore figlio di un'estate
ci vorrebbe il sale per guarire le ferite
dei sorrisi bianchi fra le labbra rosa
a contare stelle mentre il cielo si riposa.
Ci vorrebbe il mare per andarci a fondo
ora che mi lasci come un pacco per il mondo,
ci vorrebbe il mare con le sue tempeste
che battesse ancora forte sulle tue finestre,
ci vorrebbe il mare sulla nostra vita
che lasciasse fuori come un fiore le tue dita
cosicché il tuo amore potrei cogliere e salvare
ma per farlo ancora giuro ci vorrebbe il mare...
Ci vorrebbe un mare dove naufragare
come quelle strane storie
di delfini che vanno a riva
per morir vicini e non si sa perché
come vorrei fare ancora amore mio con te.
Ci vorrebbe il mare per andarci a fondo
ora che mi lasci come un pacco per il mondo,
ci vorrebbe il mare con le sue tempeste
che battesse ancora e forte sulle tue finestre.
Ci vorrebbe il mare dove non c'é amore,
il mare in questo mondo da rifare...
Ci vorrebbe il mare...

Claude Debussy: La Mer; Philharmonia Orchestra, Herbert von Karajan

Ο Συνθέτης Κλωντ Ντεμπυσσύ γεννήθηκε στο Σαιν Ζερμαίν της Γαλλίας, στις 22 Αυγούστου του 1862. Ο μικρός Κλωντ κοιμόταν τόσο πολύ, γιατί του άρεσε να βλέπει όνειρα. Είχε μια πολύ εύκολη πρόσβαση στον κόσμο των ονείρων και όταν αργότερα εκδήλωσε το συνθετικό του ταλέντο, τα όνειρα υπήρξαν η κύρια πηγή έμπνευσής του.Από παιδί ακόμη άρχισε να συνθέτει, ενώ οι συνθέσεις του, αν και δεν ήταν σύγχρονες (όπως εμφανίστηκαν μερικά χρόνια αργότερα, σπάζοντας τη μελωδία και το ρυθμό), ακούγονταν παράξενες. Ο Ντεμπυσσύ χρησιμοποιούσε κάποια ακόρντα, τα οποία χαρακτηρίζονταν «παράφωνα» από τους Δυτικούς συνθέτες. Μερικές χαρακτηριστικές παρεμβάσεις του Ντεμπυσσύ στους παραδοσιακούς τύπους συγχορδιών ήταν οι αλλοιώσεις και οι προσθήκες που «θολώνουν» το άκουσμα. Καινοτομία ήταν επίσης η χρήση συγχορδιών που προέκυπταν από κλίμακες όπως οι πεντατονικές και οι κλίμακες με ολόκληρους τόνους που αναφέρθηκαν παραπάνω ή οι συνηχήσεις τέταρτης, οι συγχορδίες δηλαδή που δεν χτίζονται με τον παραδοσιακό τρόπο υπέρθεσης διαστημάτων τρίτης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το άκουσμα να μην είναι αυτό μιας μείζονας, ελάσσονας, ελαττωμένης ή αυξημένης συγχορδίας, αλλά μία ουδέτερη τονικά συνήχηση, που απαρτίζεται από ένα σύμπλεγμα φθόγγων («κλάστερ»). Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ντεμπυσσύ είναι ότι δεν χρησιμοποιεί τις μείζονες και ελάσσονες κλίμακες του τονικού συστήματος, αλλά προτιμά:
  • Τροπικές κλίμακες, που συνδέονται με τις επιρροές του από τη μουσική της Αναγέννησης (εκκλησιαστικοί τρόποι) ή αποτελούν δική του επινόηση
  • Χρωματικές κλίμακες (κλίμακες που αποτελούνται μόνο από ημιτόνια)
  • Ανημιτονικά πεντάφθογγα («πεντατονικές»), που συνδέονται συχνά με την επίδραση της παραδοσιακής μουσικής της Άπω Ανατολής στο έργο του
  • Την κλίμακα με ολόκληρους τόνους, η οποία είναι και το «σημείο κατατεθέν» του, μιας και είναι ο πρώτος που την χρησιμοποίησε συστηματικά.
Το αποτέλεσμα της χρήσης των παραπάνω κλιμάκων είναι ότι, είτε περιορίζεται αισθητά το άκουσμα των ημιτονίων του συγκερασμένου δυτικού μουσικού συστήματος, αποδυναμώνοντας τις σχέσεις προσαγωγέα-τονικής, είτε ακούγονται μόνο ημιτόνια (στην περίπτωση της χρωματικής κλίμακας). Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι μια τονική ασάφεια ή και μια πλήρης εξουδετέρωση της τονικότητας.
Ήταν ίσως ο πρώτος από τους συνθέτες που αναζήτησε τόσο έντονα πηγές έμπνευσης έξω από την ίδια τη μουσική. Επηρεάστηκε από τους ποιητές του συμβολισμού, όπως το Μαλλαρμέ και το Ριμπώ. Επίσης, ήταν πολύ έντονη η συμπάθειά του προς όλους σχεδόν τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Από όλα τα παραπάνω, και αφού ακούσει κάποιος τη μουσική του Ντεμπυσσύ, μπορεί να κατανοήσει τι τον κάνει τόσο διαφορετικό από τους άλλους συνθέτες. Θέλησε να δημιουργήσει μια νέα φιλοσοφία στη μουσική, δημιουργώντας «εντυπώσεις», διαθέσεις, παρά να υιοθετήσει κλασικές φόρμες και μεθόδους.
Η πρώτη συμφωνική προσπάθεια του Ντεμπυσσύ ήρθε το 1905 με το έργο «Η Θάλασσα». Είναι ένα έργο γεμάτο χρώματα, που αναπαριστά τις διαφορετικές διαθέσεις της θάλασσας.
Οι μουσικές καινοτομίες που εισήγαγε ο Ντεμπυσσύ δεν είναι μόνο οι νέοι τρόποι και ρυθμοί και μια νέα ενορχηστρωτική αντίληψη. Το βασικότερο είναι πως ο ίδιος πίστεψε και κατάφερε να συνθέσει, εμπνεόμενος από εικόνες και διαθέσεις. Είναι ένας τρόπος σκέψης και αντίληψης αρκετά διαισθητικός.
Ο ίδιος, με όσα κατάφερε, μας έδειξε ένα τεράστιο ανεξερεύνητο πεδίο γνώσης και ομορφιάς, που βρίσκεται γύρω μας, ένα πεδίο που περιμένει να το ανακαλύψουμε. Δημιούργησε με τη μουσική του μια πύλη στον κόσμο του ονείρου και της φαντασίας, ανοιχτή σε όλους όσους θέλουν να ταξιδέψουν στον κόσμο αυτό Από την wikipedia

 Ο Γέρος και η Θάλασσα (The Old Man and the Sea) του Έρνεστ Χέμινγουεϊ.
 Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ σημειωτέον βραβεύτηκε το 1953 με το Βραβείο Πούλιτζερ και το 1954 με το Βραβείο Νόμπελ. Το μυθιστόρημα μιλάει για ένα γέρο ψαρά που μόνος και αβοήθητος παλεύει απελπισμένα στον ωκεανό, στα ανοιχτά της Κούβας, με έναν τεράστιο ξιφία.


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Το μοιρολόγι της φώκιας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης )

 

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ της φώκιας είναι από τα ωραιότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη· δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1908. Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (Β΄ Γενικού Λυκείου - Επιλογής) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)  από το Ψηφιακό Σχολείο
 
Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.
Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι' αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.
Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.
 
Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν' ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.
Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν' αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.
 
Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν' ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ' οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.
— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.
Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.
 
Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.
Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.
Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:
 
 


Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.
     





 

αβασταγή: μπόγος.
έμελπεν: ρ. μέλπω, τραγουδώ.
χράμια: υφαντά, στρωσίδια.
σκουτιά: ρούχα.
εφ' ου: πάνω στο(ν) οποίο.
κλίτη, τα: οι πλαγιές.
πανδέγμων: αυτός που δέχεται τα πάντα.
μαρσίπιον: (υποκορ. του μάρσιπος)· δερμάτινος σάκος, τορβάς.
εθέλχθη: ρ. θέλγομαι· γοητεύομαι.
μάμμη: γιαγιά.
αμφιλύκη: το βραδινό φως, το μούχρωμα.
ως έγγιστα: περίπου.
εντριβής: βαθύς γνώστης.
 
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Στο διήγημα υπάρχουν πολλά μερικότερα θέματα (σκηνές, εικόνες, αναφορές) που σχετίζονται είτε με τη ζωή είτε με το θάνατο. Να τα επισημάνετε. Ποια σημασία νομίζετε ότι έχει η αντιπαράθεσή τους για το διήγημα;
Η παρουσία του θανάτου γίνεται αισθητή από την αρχή κιόλας του κειμένου πρώτα – πρώτα μέσω του τίτλου κι αμέσως μετά με την αναφορά στα Μνημούρια, το νεκροταφείο της περιοχής, με το χαρακτηρισμό της γριάς-Λούκαινας ως χαροκαμένης αλλά και με το πένθιμο μοιρολόγι της. Ο θάνατος συνεχίζει να κυριαρχεί στο κείμενο με την εικόνα των μνημάτων, που λάμπουν στον ήλιο, καθώς και με την αναφορά στα πένθη της ηρωίδας. Ακολούθως, η μακάβρια εικόνα των υπολειμμάτων του νεκροταφείου που κυλούν από το γήλοφο προς τη θάλασσα, επαναφέρει θεαματικά το θάνατο στη σκέψη του αναγνώστη. Ο θάνατος αποκτά εν τέλει πρωταγωνιστική θέση στο διήγημα με τη σκηνή του θανάτου της Ακριβούλας και ολοκληρώνει την παρουσία του με το μοιρολόγι της φώκιας και τον υπαινιγμό του δείπνου της.
Η παρουσία της ζωής στο διήγημα δηλώνεται στην αρχή με την αναφορά στα παιδιά που κολυμπούν στο γιαλό, επανέρχεται με τον απολογισμό της γριάς-Λούκαινας για τα παιδιά της που έχουν επιζήσει και κορυφώνεται με την αναφορά στο εύθυμο άσμα του βοσκού που βρίσκεται κρυμμένος σε κάποιο κοίλωμα δίπλα στο νεκροταφείο. Στη συνέχεια η αναφορά στην Ακριβούλα που ξεφεύγει από την προσοχή της μητέρας της για να παίξει κοντά στη γιαγιά της, καθώς και η αναφορά στη φώκια που λικνίζεται στα κύματα υπό των ήχων της φλογέρας, επαναφέρουν τη ζωή στο προσκήνιο.
Οι αναφορές στο θάνατο που εναλλάσσονται με τις αναφορές στη ζωή παρουσιάζουν με έμφαση τη βασική αντίθεση του κειμένου, καθώς ο Παπαδιαμάντης επιθυμεί να δηλώσει στο διήγημά του πως όσο κι αν φαίνεται τραγικό, η ζωή συνεχίζει την πορεία της ακάθεκτη, παρά τη συνεχή παρουσία του θανάτου. Παρά τη μεγάλη αγάπη που έχουμε στους ανθρώπους που φεύγουν, παρά τον πόνο που βιώνουμε για το χαμό τους, η ζωή δεν μπορεί παρά να συνεχίσει την πορεία της. Η σκέψη αυτή, μάλιστα, γίνεται ακόμη πιο έντονη στην υπαινικτική αναφορά του γεύματος της φώκιας, η οποία θρηνεί το νεκρό σώμα της Ακριβούλας, με σκοπό να τραφεί από αυτό.

Με ποια επιμέρους περιστατικά προετοιμάζεται ο πνιγμός της Ακριβούλας, ώστε να μη συμβεί κατά τρόπο αυθαίρετο;Ο θάνατος της Ακριβούλας, που αποτελεί το κεντρικό περιστατικό του κειμένου, προετοιμάζεται από το συγγραφέα αφενός με τις συχνές αναφορές στο θάνατο που δημιουργούν στον αναγνώστη την αίσθηση πως κάποιος επιπλέον θάνατος επίκειται, κι αφετέρου με την αναφορά στο γεγονός ότι το μικρό κορίτσι έφυγε κρυφά από τη μητέρα του. Η Ακριβούλα ξεκινά μόνη της να βρει τη γιαγιά της χωρίς όμως να γνωρίζει ακριβώς που ξεκινά το μονοπάτι που θα την οδηγούσε σ’ αυτή. Η μικρή ηλικία του παιδιού, η μυστική του απόδραση από το σπίτι και η άγνοια της περιοχής, προοικονομούν το θανάσιμο κίνδυνο του παιδιού, το οποίο μάλιστα παρασύρεται από το τραγούδι του βοσκού κι εγκλωβίζεται σ’ ένα απότομο μονοπάτι. Η κατάσταση του κοριτσιού που φαντάζει αρκετά επικίνδυνη, χειροτερεύει καθώς νυχτώνει και δεν μπορεί πια να δει καθαρά το χώρο γύρω της. Το γεγονός ότι κανείς δεν ακούει την κραυγή της αλλά και η αδυναμία της να εντοπίσει το σωστό δρόμο για να γυρίσει πίσω, καθιστούν πλέον την κατάστασή της οριακή, οπότε το γλίστρημά της από το γκρεμό έρχεται πλέον με φυσικό τρόπο στην αφήγηση και δεν εκπλήσσει τον αναγνώστη.

Το διήγημα αρχίζει με μοιρολόγι (της γριάς Λούκαινας) και τελειώνει με μοιρολόγι (της φώκιας). Ποιο μεταδίδει ισχυρότερη συγκίνηση; Μπορείτε να εξηγήσετε γιατί;

Ισχυρότερη συγκίνηση μεταδίδει το μοιρολόγι της φώκιας, καθώς το μοιρολόγι της γριάς Λούκαινας αναφέρεται σε πένθη που τοποθετούνται πολύ μακριά στο παρελθόν και αφορούν πρόσωπα που δεν είναι οικεία στον αναγνώστη. Αντιθέτως, το μοιρολόγι της φώκιας αναφέρεται σ’ ένα τραγικό θάνατο που έχεις μόλις συμβεί και τον οποίο οι αναγνώστες έχουν παρακολουθήσει με αγωνία από την πρώτη νύξη κινδύνου (την απομάκρυνση του κοριτσιού από τη μητέρα της) μέχρι το μοιραίο γλίστρημα που κατέληξε στον πνιγμό του μικρού παιδιού. Επιπλέον, πρόκειται για το μοναδικό θρήνο που δέχεται η Ακριβούλα, καθώς ο θάνατός της έχει περάσει απαρατήρητος από τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της. Ούτε η γιαγιά της γνωρίζει πως η εγγονή της βρίσκεται πνιγμένη στην ακτή, ούτε ο βοσκός συνειδητοποίησε πως ο πλαταγισμός που άκουσε προκλήθηκε από την πτώση ενός μικρού παιδιού.

Στο διήγημα, προς το τέλος, μετά τον πνιγμό της Ακριβούλας, παρατηρούμε την επανάληψη του ρήματος «εξηκολούθει» που αναφέρεται κατά σειρά στη γρια-Λούκαινα, στη γολέττα, στο βοσκό. Ποιο νομίζετε ότι είναι το νόημα αυτής της επανάληψης;Η επανάληψη του ρήματος «εξηκολούθει» έρχεται να τονίσει το βασικό μήνυμα του διηγήματος, πως ο θάνατος -οποιοσδήποτε θάνατος, όσο τραγικός κι αν είναι αυτός- δεν μπορεί να διακόψει την πορεία της ζωής. Η ζωή συνεχίζει ακάθεκτη την πορεία της, έστω κι αν πεθαίνει ένα μικρό κορίτσι, έστω κι αν ο θάνατος αυτός θα προκαλέσει ανείπωτη πίκρα στους δικούς της. Η ζωή τόσο με τις χαρές που έχει να προσφέρει, όσο και με τους καημούς που προκαλεί στους ανθρώπους, συνεχίζει και οι άνθρωποι που παραμένουν ζωντανοί θα συνεχίσουν να υπομένουν τις πίκρες αλλά και να γεύονται τις απολαύσεις της.

Πώς διαγράφεται η μορφή της γριάς Λούκαινας μέσα στο διήγημα;

Η γριά Λούκαινα είναι μια φτωχή, ηλικιωμένη γυναίκα που έχει πληρώσει ακριβό τίμημα στο χάρο, αφού έχει ήδη χάσει πέντε από τα παιδιά της, αλλά και τον άντρα της. Τώρα πια ζει κοντά στη μοναδική κόρη που της απέμεινε και κάνει δουλειές γι’ αυτή, ώστε να της είναι χρήσιμη και να μην την επιβαρύνει με την παρουσία της. Η γριά Λούκαινα έχει ακόμη δύο παιδιά, δύο αγόρια, τα οποία όμως έχουν ξενιτευτεί, οπότε η θλίψη για τα παιδιά της που πέθαναν, καθώς και γι’ αυτά που έχουν φύγει, ακολουθεί διαρκώς τη γερόντισσα και την ωθεί στο συνοδεύει τις εργασίες της μ’ ένα πένθιμο μοιρολόγι. Η ζωή της μοιάζει στιγματισμένη από τα πένθη και τους καημούς, γι’ αυτό και στο άκουσμα του εύθυμου άσματος του βοσκού ενοχλείται και τον θεωρεί κακό οιωνό.

Η γριά Λούκαινα ως το τέλος του διηγήματος δεν αντιλαμβάνεται τον πνιγμό. Νομίζετε ότι αυτό είναι αρετή ή αδυναμία του διηγήματος;Το ότι η γιαγιά του παιδιού δεν έχει αντιληφθεί τον πνιγμό του, αποτελεί αρετή του διηγήματος, καθώς ενισχύει την τραγική ειρωνεία που έχει ήδη δημιουργηθεί από την αίσθηση της γριάς Λούκαινας ότι ο νεαρός βοσκός είναι σημαδιακός, ότι η παρουσία του δηλαδή προμηνύει κάτι κακό, και παράλληλα εντείνει την τραγική αίσθηση που μας μεταδίδει το διήγημα. Η γριά Λούκαινα συνεχίζει το δρόμο της προς το σπίτι, θρηνώντας για τα πένθη του παρελθόντος και πιθανότατα πιστεύοντας πως έχει ήδη πληρώσει ακριβό τίμημα στο χάρο, χωρίς όμως να γνωρίζει πως την ίδια στιγμή το άψυχο σώμα της Ακριβούλας μοιρολογείται από μια φώκια. Η γνώση που έχει ο αναγνώστης για τη νέα αυτή απώλεια της γριάς Λούκαινας τονίζει παράλληλα την τραγικότητα των στίχων του μοιρολογιού της φώκιας: κι η γριά ακόμη μοιρολογά / τα γεννοβόλια της τα παλιά. / Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό / τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.

Το διήγημα τελειώνει με τρόπο όχι ρεαλιστικό, αλλά ποιητικό. Στο διήγημα προϋπάρχουν ποιητικά στοιχεία που κορυφώνονται στο τέλος. Ποια είναι αυτά;Το μοιρολόγι που κλείνει το διήγημα και που διατυπώνει με ποιητικό τρόπο το μήνυμα που θέλει να μας μεταδώσει ο συγγραφέας δίνεται από μια φώκια και όχι από κάποιο από τα πρόσωπα της ιστορίας, στοιχείο που πέρα από την τραγική ειρωνεία που ενέχει, υπηρετεί και την ποιητικότητα του κειμένου. Τα ποιητικά στοιχεία του διηγήματος βέβαια ξεκινούν από το εύθυμο άσμα του βοσκού, που ενοχλεί μεν τη γριά Λούκαινα αλλά θέλγει τη φώκια και παρασύρει και παράλληλα παγιδεύει την Ακριβούλα. Επίσης, ποιητικό στοιχείο αποτελεί και η εικόνα της γολέτας που επιχειρεί να απομακρυνθεί από το λιμάνι αλλά παραμένει εγκλωβισμένη λόγω της νηνεμίας. Η ποιητικότητα, άλλωστε, του κειμένου γίνεται αισθητή κι από την εικόνα που μας δίνει ο συγγραφέας όπου παράλληλα και παρά το θάνατο του μικρού κοριτσιού, η χαροκαμένη γιαγιά του παιδιού συνεχίζει την πορεία της επιστροφής, ο βοσκός συνεχίζει το τραγούδι του και η γολέτα συνεχίζει τις βόλτες της στο λιμάνι.

Στοιχεία Ρεαλισμού στο διήγημα «Το μοιρολόγι της φώκιας»

Στο συγκεκριμένο διήγημα μπορούμε να εντοπίσουμε την παρουσία των βασικότερων χαρακτηριστικών του ρεαλισμού.
Υπάρχει μια τάση προς την αντικειμενικότητα: Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει την ιστορία της γριάς-Λούκαινας και τον τραγικό χαμό της εγγονής της, καταγράφοντας τα γεγονότα, όπως συνέβησαν, χωρίς την παρέμβαση δικών του σχολίων και σκέψεων σχετικά με τη δύσκολη ζωή της γερόντισσας.
Παρατηρούμε, δηλαδή, μια πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, η οποία δίνεται με τρόπο αντικειμενικό που επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει τη δική του άποψη, χωρίς ο συγγραφέας να επιχειρεί να τον επηρεάσει συναισθηματικά με τη χρήση φορτισμένης γλώσσας και περιττού μελοδραματισμού (αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους).
Μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τη διάθεση του συγγραφέα να αφήσει ανεπηρέαστο τον αναγνώστη, διαβάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν το παρελθόν της γριάς-Λούκαινας: «Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προς χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταγος.» Η απώλεια αυτή των πέντε παιδιών, που δίνεται συνοπτικά -σε λίγες μόλις γραμμές- θα μπορούσε να είχε αποτελέσει μια αναδρομική αφήγηση, με λεπτομερή απόδοση του πόνου της τραγικής μητέρας, φορτίζοντας με ιδιαίτερη συναισθηματική ένταση το κείμενο. Εντούτοις ο Παπαδιαμάντης επιλέγει να αναφερθεί επιγραμματικά στον θάνατο των πέντε παιδιών, αφήνοντας τον αναγνώστη να αισθανθεί και να κατανοήσει μόνος του τι σήμαινε η απώλεια αυτή για τη γριά-Λούκαινα και πόσο την είχε επηρεάσει.
Διαπιστώνουμε, επίσης, την κριτική στάση του συγγραφέα απέναντι στην κοινωνία, καθώς μέσα από μια απλή, καθημερινή δραστηριότητα της ηρωίδας του κειμένου (δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνια της εις το κύμα το αλμυρόν), βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δύσκολη ζωή της, τονίζοντας τόσο τις τραγικές απώλειες που βίωσε, όσο και τη φτώχεια της, που την αναγκάζει ακόμη και σε μια προχωρημένη ηλικία να εργάζεται σκληρά, προκειμένου να μην αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος για την κόρη της, κοντά στην οποία μένει.
Η δύσκολη ζωή της ηρωίδας, άλλωστε, αποτελεί κοινό θέμα και κοινή εμπειρία για τις γυναίκες εκείνης της εποχής, οι οποίες ήταν υποχρεωμένες να εργάζονται αδιάκοπα από την παιδική τους κιόλας ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής τους, υπομένοντας την οικονομική ανέχεια και τους πολλαπλούς θανάτους που σημάδευαν τις φτωχές οικογένειες με την ανύπαρκτη ιατρική περίθαλψη. Όσο κι αν η ζωή της γριάς-Λούκαινας μοιάζει εξαιρετικά σκληρή για τα σημερινά δεδομένα, αποτελούσε κοινό τόπο για τις γυναίκες παλαιότερων δεκαετιών, που δε γνώριζαν τίποτε άλλο πέρα από τη συνεχή δουλειά, τον πόνο, την οικονομική εξαθλίωση και τις απώλειες.

Στοιχεία Νατουραλισμού στο διήγημα «Το μοιρολόγι της φώκιας»

Ο νατουραλισμός ακολουθεί το ρεαλισμό στη μιμητική απεικόνιση της πραγματικότητας και στην επιλογή κοινών θεμάτων, με τη διαφοροποίηση ότι στα πλαίσια του νατουραλισμού ο συγγραφέας επιχειρεί να δείξει πώς διαμορφώνεται η ηθική συμπεριφορά των ατόμων, για να δείξει ότι είναι δέσμιοι εξωτερικών δυνάμεων. Παρατηρούμε, δηλαδή, την αρνητική στάση της γριάς-Λούκαινας απέναντι στην εύθυμη διάθεση του βοσκού, που με τη μελωδία της φλογέρας του διαταράσσει την πένθιμη ατμόσφαιρα γύρω από το νεκροταφείο. Η ηρωίδα, που σε όλη της τη ζωή θρηνεί τους θανάτους των δικών της, αδυνατεί να αποδεχτεί την ευδαιμονική διάθεση του νεαρού. Η αδυναμία της αυτή, βέβαια, έχει προέλθει ως αποτέλεσμα εξωτερικών δυνάμεων, της φτώχειας και του θανάτου, που έχουν οριστικά στιγματίσει την ψυχή της.
Στο νατουραλισμό, επίσης, παρατηρούμε μια επιμονή στην εξονυχιστική περιγραφή και στη φωτογραφική λεπτομέρεια, ιδίως προκλητικών θεμάτων. Βλέπουμε, έτσι, το συγγραφέα να περιγράφει με λεπτομέρεια τη πλαγιά του γηλόφου, που βρισκόταν το νεκροταφείο, καταγράφοντας τα μακάβρια λάφυρα του θανάτου, τα οποία έχοντας ξεθαφτεί κατά τις ανακομιδές των νεκρών, κυλούσαν προς τη θάλασσα.
Επιπλέον, διαπιστώνουμε τον αναλυτικό τρόπο με τον οποίο περιγράφεται ο πνιγμός της Ακριβούλας, καθώς και το φρικτό υπονοούμενο για την κατάληξη του μικρού παιδιού: «Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.» 


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Η Μαυρομαντηλού», ως παράλληλο για το Μοιρολόγι της φώκιας

«Ο σκόπελος ο καλούμενος Μαυρομαντηλού δεν θ’ απέχει πλείονας ή τριάκοντα οργυιάς από της παραλίας, όπου ανοίγεται γραφική ωραία αγκάλη περιβάλλουσα το κύμα ορμητικόν κατά της ακτής χωρούν, αμβλύ προσπίπτον επί της άμμου και υπ’ αυτής καταπινόμενον.
   Εκεί βλέπει χωρικήν γυναίκα κύπτουσαν επί τον αιγιαλόν, πλύνουσαν ράκη τινά παρά την άκραν της αμμουδιάς, εις την ρίζαν ενός βράχου, εξέχοντος προς την θάλασσαν, επικαμπούς επί το κύμα, όπου τα νερά ήρχιζον να βαθύνωνται. Ο βράχος ούτος εκαλείτο «Μύτικας» και ήτο εξ εκείνων, αφ’ ων οι κολυμβηταί κατά το θέρος συνηθίζουσι να εκτελώσι τα εκπληκτικά εκείνα εις την θάλασσαν άλματα.
   Ο υιός της γυναικός ταύτης, παιδίον επταετές, διαλαθών την προσοχήν της μητρός, είχεν αναρριχηθεί επιτηδείως εις το ύψος του βράχου.
   Αίφνης η μήτηρ του, αισθανθείσα όπισθέν της εκ του αορίστου κενού την απουσίαν του παιδίου, στρέφεται, υψώνει την κεφαλήν και τον βλέπει επί της κορυφής του βράχου, τείνοντα εις τα εμπρός τους γρόνθους, κύπτοντα την κεφαλήν, και παιδικούς γρυλλισμούς εκβάλλοντα.
   Ο μικρός, όστις είχεν ιδεί κατά το προλαβόν θέρος καολυμβητάς πηδώντας αφ’ ύψους του βράχου τούτου, εξετέλει μιμικήν, ότι τάχα ήθελε να δώσει βουτιά από τον Μύτικα, ως κάμνουσιν οι έφηβοι και οι ακμαίοι νεανίσκοι.
   Η μήτηρ του ήρχισε να τον καλεί πλησίον της. Ο Γιαννιός, όστις εσκάλιζε με την αρπάγην του πέριξ της Μαυρομαντηλούς, ήκουε τας φωνάς της γυναικός ταύτης: «Κατέβα, αρέ δαίμονα, αρέ λύκε ξιδάτε!»
   Αλλ’ ο μικρός εκώφευεν. Η μήτηρ οργισθείσα ανέτεινεν τον κόπανόν της, δι’ ου έτυπτε τα λευκαινόμενα ράκη προς το μέρος του βράχου και τον επέσειεν απειλητικώς προς τον παίδα· «Έννοια σ’, αρέ σκάνταλε, έννοια σ’, χάρε μαύρε! Το βράδ’, σα ’ρθεί ο πατέρας σ’ απ’ το χωράφ’, δώσε λόγο».
   Εκεί, καθώς επέμενε να εκτελεί τους μίμους του ο μικρός, αδιαφορών προς τας κραυγάς της μητρός του, κύπτων ολίγον βαθύτερον, ολισθαίνει, εκβάλλει πεπνιγμένην κραυγήν, και πίπτει μετά πλαταγισμού εις την θάλασσαν.
   Το κύμα θα είχε βάθος πλέον ή διπλούν αναστήματος ανδρός. Βυθίζεται εις τον πόντον, και πάλιν ανέρχεται εις την επιφάνειαν, και ασπαίρει, και παραδέρνει, και είτα βυθίζεται εκ δευτέρου.
   Η γυνή μίαν αφήκε σπαρακτικήν, διάτορον κραυγήν, και πελιδνή, περίτρομος, αγρία, καθώς εκράτει τον κόπανόν της, επιβαίνει εις το κύμα. Φθάνει μέχρι της οσφύος, είτα μέχρι του στέρνου, και με τον κόπανον αγωνιά να φθάσει το παιδίον πνιγόμενον ήδη και το δεύτερον εξαφανισθέν. Αλλ’ ως ήτο επόμενον, διά της δίνης, ην εσχημάτιζεν ο κόπανος εις το κύμα, απεμάκρυνε μάλλον το αγωνιών σώμα, ή το προσήγγιζεν εις την χείρα της μητρός. Αύτη έκραξε και πάλιν βοήθειαν, αλλά την στιγμήν εκείνην ουδείς των επιστρεφόντων εις την πολίχνην χωρικών ευρίσκετο εκεί πλησίον.»

Σε ό,τι αφορά τη μορφή μπορούμε να επισημάνουμε ότι και στα δύο κείμενα έχουμε αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, από έναν παντογνώστη αφηγητή.
Χρήση της καθαρεύουσας για το κυρίως αφηγηματικό μέρος και τις περιγραφές, ενώ έχουμε δημοτική όταν ο λόγος δίνεται σε κάποιο από τα πρόσωπα της ιστορίας. (Όταν μιλά η μητέρα στη Μαυρομαντηλού και τη μία φορά που ακούμε τη γριά-Λούκαινα να σχολιάζει το βοσκό, στο Μοιρολόγι)
Στο περιεχόμενο οι ομοιότητες έχουν να κάνουν με τα δύο παιδιά που ξεφεύγουν από την προσοχή της μητέρας τους και βρίσκονται στην άκρη ενός βράχου. Κοινό στοιχείο φυσικά είναι και η πτώση τους στη θάλασσα. (Να σημειωθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις τονίζεται το βάθος της θάλασσας.  Στη Μαυρομαντηλού μάλιστα για να τονίσει ο συγγραφέας το ύψος του βράχου χρησιμοποιεί την ίδια έκφραση που χρησιμοποιεί και στο Μοιρολόγι για να αποδώσει το βάθος της θάλασσας: ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης / είχε βάθος πλέον ή διπλούν αναστήματος ανδρός)
Κοινή είναι και η αναφορά στην ενασχόληση των δύο γυναικών, που έχουν πάει στη θάλασσα για να πλύνουν ρούχα.
Επίσης, όπως η κραυγή της Ακριβούλας δεν ακούγεται από κανέναν, έτσι και τις φωνές της μητέρας που ζητούσε βοήθεια δεν τις ακούει κανείς, αφού όλοι βρίσκονται πολύ μακριά

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ζάκυνθος-Zante(Τζάντε)- Φιόρο του Λεβάντε ( Άνθος της Ανατολής)

 
Ο κόλπος του Λαγανά, με τη μαγευτική παραλία του, έχει ανακυρηχθεί από το 1999 Εθνικό Πάρκο καθώς είναι τόπος ωοτοκίας της υπό εξαφάνιση χελώνας Καρέττα-Καρέττα.

Ζάκυνθος
 




 
 
 
 
 
Ιστορία
     Η Ζάκυνθος, την οποία ο Όμηρος αναφέρει σαν Υλήεσσα δηλαδή δασώδη, πήρε το όνομά της από τον πρώτο εποικιστή της τον Ζάκυνθο γιο του Βασιλιά της Φρυγίας Δάρδανου. Στην συνέχεια την κατέκτησε ο Αρκείσιος, απόγονος του βασιλιά της Κεφαλονιάς Κέφαλου, πατέρας του Λαέρτη, και παππού του Οδυσσέα. Έτσι περιήλθε η Ζάκυνθος στο Βασίλειο του Οδυσσέα ο οποίος συμμετείχε με δώδεκα πλοία στον Τρωικό πόλεμο. Μετά την επιστροφή του όμως και τον φόνο των μνηστήρων από τους οποίους είκοσι ήταν από την Ζάκυνθο, οι Ζακυνθινοί επαναστάτησαν και απέσπασαν το νησί τους από το Βασίλειο του Οδυσσέα.Στους Περσικούς πολέμους η Ζάκυνθος έμεινε ουδέτερη ενώ στον Πελοποννησιακό πόλεμο εμπλέκεται σαν σύμμαχος των Αθηναίων. Η Ζάκυνθος υποτάχθηκε στους Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου κι αργότερα στους Ρωμαίους, που της παραχώρησαν σχετική αυτονομία.
    Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο χριστιανισμός διαδόθηκε στο νησί από την Μαρία Μαγδαληνή το 34 μ.Χ. όταν το πλοίο που την μετέφερε στην Ρώμη σταμάτησε για λίγο στην Ζάκυνθο. Στη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων λεηλατείται από πειρατές και Βάνδαλους.
    Στα 1185 η Ζάκυνθος μαζί με την Κεφαλονιά καταλαμβάνονται από τους Νορμανδούς της Σικελίας (από το ναύαρχο Μαργαριτώνη του Βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου Β') οι οποίοι αποσπώντας τις από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία δημιουργούν την Παλατινή Κομητεία Κεφαλληνίας και Ζακύνθου κάτω από την ηγεμονία των Παλατινών Κομήτων Ορσίνι 1197 – 1325, Ανδηγαυών (d’ Anjou) 1325 – 1357 και Τόκκων 1357 – 1479. Στην συνέχεια την κατακτούν οι Βενετοί[2] και παραμένει κάτω από την Ενετική κυριαρχία έως το 1797.
    Το όνειρο των Ζακυνθινών να ενωθούν με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, στις 21 Μαΐου 1864, ύστερα από συνολικά 680 χρόνια ξένης κατοχής και την σκιώδη επικυριαρχία της Γαλλίας, της  Ρωσίας με σύμμαχο την Τουρκία και της Αγγλίας.
Πολιτισμός
Η Ζάκυνθος θεωρείται νησί με μακρά μουσική παράδοση. Οι Ζακύνθιοι ιδιαίτερα φιλόμουσοι συχνά συγκροτούν καλλίφωνες ομάδες - συντροφιές που τραγουδούν παλιά τοπικά τραγούδια και κυρίως καντάδες. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι και του ομώνυμου παραδοσιακού:
 
Η παραλία με το διάσημο Ναυάγιο της Ζακύνθου
"Νάταν η θάλασσα κρασί και τα βουνά μεζέδες,
κι οι βάρκες κρασοπότηρα να πίνουν οι γλετζέδες.
Να χαμηλώναν τα βουνά να βλέπα το Λεβάντε,
να βλέπα την Κεφαλλονιά και το ωραίο Τζάντε.
Ζάκυνθος και Κεφαλλονιά, Κέρκυρα και Λευκάδα,
αυτά τα τέσσερα νησιά στολίζουν την Ελλάδα."
Επίσης στη Ζάκυνθο ανθεί ένα ιδιαίτερο, ίσως ιδιότυπο, θεατρικό είδος υπαίθρου, που ονομάζεται "ομιλίες", στο οποίο συμπρωταγωνιστούν οι κάτοικοι με αυτοσχεδιασμούς ως παρλάτες. Η ιστορία αυτών ξεπερνά τους τρεις αιώνες.
Από το 2009 η Ζάκυνθος έχει το δικό της φεστιβάλ τζαζ (Φεστιβάλ Τζαζ Ζακύνθου / Zante Jazz Festival) καθώς και φεστιβάλ κλασικής μουσικής. Ο Δήμος Ζακύνθου εκδίδει τριμηνιαίο δημοτικό περιοδικό ενημέρωσης, πολιτισμού, επικοινωνίας με τον τίτλο "δήμος+ΠΟΛΙΤΕΙΑ" http://dimoskaipoliteia.blogspot.com
 
Προσωπικότητες
  • Άγιος Διονύσιος (1547-1622), Προστάτης Άγιος του νησιού.
  • Ιωάννης Δημησιάνος, Μαθηματικός του 17ου αιώνα.
  • Δημήτριος Μοτσενίγος (1723-1793), Αγωνιστής των Ορλωφικών και Διπλωμάτης
  • Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), Ζωγράφος.
  • Αντώνιος Μαρτελάος (1754-1819), Ποιητής και Δάσκαλος.
  • Γεώργιος Μοτσενίγος (1762-1839), Διπλωμάτης και Πολιτικός.
  • Διονύσιος Ρώμας (1771-1857), Πολιτικός.
  • Ούγκω Φώσκολος (1778-1827), Ποιητής και Επαναστάτης.
  • Ανδρέας Κάλβος (1792-1869), Ποιητής.
  • Διονύσιος Σολωμός (1798-1857), Εθνικός Ποιητής.
  • Γεώργιος Τερτσέτης (1800-1874), Αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης και Συγγραφέας.
  • Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832), Συγγραφέας.
  • Ερμάννος Λούντζης (1806-1868), Συγγραφέας και Ιστορικός.
  • Παναγιώτης Χιώτης (1814-1896), Ιστορικός.
  • Κωνσταντίνος Λομβάρδος (1820-1888), Γιατρός και Πολιτικός.
  • Παύλος Καρρέρ (1829-1896), Συνθέτης.
  • Λεωνίδας Ζώης (1865-1956), Ιστορικός.
  • Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951), Δημοσιογράφος και Συγγραφέας.
  • Διονύσιος Ρώμας (1906-1981), Συγγραφέας και Πολιτικός.
  • Γεώργιος Κωστάκης (1913-1990), Συλλέκτης Ρωσικών έργων τέχνης.
  • Ντίνος Κονόμος (1918-1990), Συγγραφέας.
  • Κωνσταντίνος Καψάσκης (1923 - 1993), Έλληνας τραπεζίτης και ευεργέτης.

  •  
     Λογοτεχνία -Ποίηση
    Nuvola apps kaboodle.png Ζάκυνθος - Κάλβος - Σολωμός (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Δημόσιας Τηλεόρασης - πρώην Ε.Ρ.Τ.)
    Nuvola apps kaboodle.png Ζάκυνθος προ-Σολωμική (Επτανήσιοι ποιητές) (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Δημόσιας Τηλεόρασης - πρώην Ε.Ρ.Τ.)
    Nuvola apps kaboodle.png Ζάκυνθος μετά-Σολωμική (Επτανήσιοι ποιητές) (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Δημόσιας Τηλεόρασης - πρώην Ε.Ρ.Τ.)

    Στη Ζάκυνθο  (Edgar Allan Poe)

    Από τ' ωραιότερο λουλούδι, εσύ ανθονήσι,
    επήρες το γλυκόνομα που σε ομορφαίνει.
    Πόσες στη θύμησή του, όποιος θα σε αντικρίσει,
    λαμπρές κι αρμονικές στιγμές δεν ανασταίνει!
    Ξυπνούν θωριές ευτυχισμένες που έχουν σβήσει,
    ελπίδες φευγαλέες και στοχασμοί χαμένοι,
    τ' όραμα εκείνης που δεν θα ξαναγυρίσει
    ποτέ στη χλοερή γη τη μοσκοβολισμένη.
    Ποτέ πλια! Τον αντίλαλο γρικώ θλιμμένο. —
    Δεν θα ξαναχαρώ τα μαγικά σου κάλλη…
    Και τώρα πια θάναι καταραμένο
    για με τ' ολάνθιστό σου το ακρογιάλι,
    ω φλόγα του Υακίνθου, Ζάκυνθος εσύ,
    λουλούδι της Ανατολής, Χρυσό Νησί!
    μτφ. Μαρίνος Σιγούρος
    [πηγή: περ. Νέα Εστία, 39 (15 Φεβρ. 1946) 216]

     

    ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ   (Ούγκο Φόσκολο )

    Από μικρός στους μητρικούς μου λόφους
    ελάτρεψα την θείαν Αφροδίτη.
    Ζάκυνθος, χαίρε. Στις ακτές του Αδρία,
    στη στερνή κατοικία των Εφεστίων
    θεών
    και των προγόνων μου, θ’ αφήσω
    τα τραγούδια μου και τα κόκαλά μου,
    και σ’ εσέ μοναχά τους στοχασμούς μου,
    γιατί όποιος την πατρίδα του ξεχάσει
    μήτε στα θεία δεν ομιλεί με σέβας.
    Ζάκυνθος, ιερή χώρα. Στους λόφους
    ήσαν ναοί, και στα ισκιερά της δάση
    η λατρεία της Άρτεμης και οι ύμνοι
    στον ένοχο Λαομέδοντα, πριν μάθει
    ο Ποσειδώνας στο Ίλιο πώς να στήσει
    τους φημισμένους πύργους του πολέμου.
    Η Ζάκυνθος είν’ όμορφη. Της δίνουν
    θησαυρούς μύριους τ’ αγγλικά καράβια,
    κι από ψηλά της στέλνει ο αιώνιος ήλιος
    τις ζωογόνες αχτίδες του. Κι ο Δίας
    τα διάφανα σύγνεφα της χαρίζει.
    Κι έχει τους πυκνοφύτευτους ελαιώνες,
    τους αμπελόφυτους του Βάκχου κάμπους,
    και την υγεία τη ρόδινη σκορπίζει
    αύρα γλυκιά που μυρωμένη πνέει
    από κήπους ανθών κι αιώνιων κέδρων.
     
     μτφρ. Μαρίνος Σιγούρος
    (1885-1961)
        
    Αδρίας: ποταμός της Ιταλίας· εκβάλλει στις δυτικές ακτές της Αδριατικής θάλασσας.
    στερνή κατοικία των Εφεστίων θεών: η Ιταλία ήταν ο τόπος όπου κατέφυγαν οι Τρώες μετά την καταστροφή του Ιλίου, παίρνοντας μαζί και τους Εφέστιους θεούς τους.
    και των προγόνων μου: οι πρόγονοι του Φόσκολο ζούσαν στη Βενετία.
    Λαομέδοντας: βασιλιάς της Τροίας. Έχτισε τα τείχη της πόλης με τη βοήθεια του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα, τους οποίους όμως αρνήθηκε να πληρώσει για το έργο τους (γι’ αυτό ο Φόσκολο τον αποκαλεί ένοχο).
    τ’ αγγλικά καράβια: οι Άγγλοι κυριαρχούσαν τότε στο ναυτικό εμπόριο.
     
    ΣΧΟΛΙΟ 
    Οι Χάριτες, από τις οποίες αποσπάσαμε τον σχεδόν αυτοτελή αυτόν ύμνο του Φόσκολο στη γενέθλια νήσο, είναι μια ποιητική ερμηνεία της πορείας της ανθρωπότητας προς τον εκπολιτισμό, τον οποίο συμβολίζουν οι μυθικές κόρες του τίτλου. Το έργο αυτό είναι η τελευταία προσπάθεια του ποιητή να δώσει πνοή στους αρχαίους μύθους επανεισάγοντάς τους στην ιστορία των καιρών του (είναι ενδεικτικοί οι πολιτικοί υπαινιγμοί που περιέχουν ορισμένοι στίχοι· λ.χ. η εικόνα των αγγλικών καραβιών του ύμνου). Έκφραση της κλασικιστικής πλευράς του Φόσκολο, με στοιχεία που συνθέτουν ένα ύφος αλεξανδρινό, αν όχι ελληνορωμαϊκό, το οποίο παραπέμπει στους κανόνες της νεοκλασικής ζωγραφικής της εποχής, ο μυθικός κόσμος των Χαρίτων ενσαρκώνει την αναζήτηση μιας αρμονίας που θα ήταν το αντίβαρο της ταραγμένης εποχής και της περιπετειώδους ζωής του ποιητή. Η Ζάκυνθος και το αίσθημα της ευτυχίας των παιδικών του χρόνων φαίνεται ν’ αποτελούν τον πυρήνα αυτής της αναζήτησης. Και ακριβώς αυτό το αίσθημα είναι εκείνο που εξουδετερώνει τη συμβατικότητα των κλασικιστικών στοιχείων τους και δίνει στους στίχους του ύμνου κάτι από τη θέρμη των ρομαντικών έργων του ποιητή.
    Το ποίημα μπορεί να διαβαστεί σε σύγκριση με το ομόθεμο σονέτο του Φόσκολο (Παράρτημα, αρ. 6) και παράλληλα με το επικήδειο σονέτο του Σολωμού (Α17).
    ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
    1. Ποια είναι η σχέση του ποιητή με τη Ζάκυνθο και πώς αυτή αποτυπώνεται στο ποίημα;
    2. Με ποιον τρόπο ο ποιητής εξαίρει τις ομορφιές της Ζακύνθου;
    3. Γιατί όποιος την πατρίδα του ξεχάσει/μήτε στα θεία δεν ομιλεί με σέβας: Σχολιάστε τους στίχους.
    «Ούγκο Φόσκολο», πορτρέτο του Φρανσουά-Ξαβιέ Φαμπρ«Ούγκο Φόσκολο»,
    πορτρέτο του Φρανσουά-Ξαβιέ Φαμπρ
     
    UGO FOSCOLO (Ζάκυνθος 1778 – Λονδίνο 1827). Ιταλός ποιητής, ελληνικής καταγωγής (η μητέρα του ήταν Ελληνίδα). Μικρός έχασε τον πατέρα του (1788), και το 1794 εγκαταστάθηκε στη Βενετία. Στη Ζάκυνθο είχε δάσκαλο τον Αντώνιο Μαρτελάο και στη Βενετία φοίτησε στη Σχολή των Ιησουϊτών, όπου έλαβε κλασική μόρφωση. Είχε δημοκρατικά φρονήματα και ανέπτυξε πολιτική δραστηριότητα. Για ένα διάστημα διετέλεσε καθηγητής ρητορικής στο Πανεπιστήμιο της Παβία (1809). Μετά την πτώση του Ναπολέοντα, έφυγε στην Ελβετία (1815) και από εκεί συνοδευόμενος από τον γραμματέα του Ανδρέα Κάλβο εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου έμεινε μέχρι τον θάνατο του.
    Έγραψε ποιητικά έργα, όπως Οι τάφοι (1807), Οι χάριτες (1813), το μυθιστόρημα Οι τελευταίες επιστολές του Ιακώβου Όρτις (1798-1802), θεατρικά έργα κ.ά.

    ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΦΟΣΚΟΛΟΥ    ( Διονύσιος Σολωμός)
    Έκλαψε, υπέρλαμπρε, η πατρίδα σου θωρώντας
    έρμη από σε την αγκαλιά της ν’ απομένει,
    κι έκλαψε πάλι για τη δάφνη σου, πονώντας
    π’ όχι δική της τόσο σ’ άρεσε, αλλά ξένη.
     
    Και πικρότερα τώρα δέρνεται χτυπώντας
    χέρι με χέρι, κι ανακράζει απελπισμένη·
    «Ωιμέ! και το κορμί μού παίρνουν, που και ζώντας
    στα ξένα ηύρε τιμή, στα ξένα και πεθαίνει!»
     
    Αχ! για τα εξαίσι’ αυτά που σ’ εδοξάσαν κάλλη
    του νου και της καρδιάς και δύναμη ’χαν τόση,
    που μοναχά θα τα νοήσουν οι μεγάλοι,
     
    αν η πατρίδα σου δε θέλεις να σπαράζει
    πάντα στον πόνο, και στο κλάμα της να λιώσει,
    κάμε σ’ αυτήν να βγει κάποιος που να σου μοιάζει.
     
     μτφρ. Γεώργιος Καλοσγούρος
    (1849-1902)
        
    ΣΧΟΛΙΟ  
    Είναι αρκετοί οι Επτανήσιοι ποιητές που τον 19ο αιώνα έγραφαν ποιήματα και στα ιταλικά, είτε γιατί αρχικά δεν γνώριζαν καλά τα ελληνικά (ο Σολωμός και ο Κάλβος), είτε επειδή ζούσαν σ’ ένα δίγλωσσο πνευματικό περιβάλλον λόγω της προηγούμενης μακράς ενετικής κατοχής των Ιονίων νήσων. Ο Σολωμός, που φοίτησε σε γυμνάσιο και σε πανεπιστήμιο της Ιταλίας και εξέδωσε τέσσερα χρόνια μετά την επιστροφή του στη Ζάκυνθο μια ιταλική ποιητική συλλογή (1822), χρειάστηκε κάποιο χρονικό διάστημα ώσπου να εξοικειωθεί πλήρως με την ελληνική γλώσσα. Ιταλικά ποιήματα έγραψε και στην τελευταία του περίοδο.
    Το παραπάνω σονέτο γράφτηκε στα ιταλικά, όταν έφτασε στη Ζάκυνθο η είδηση του θανάτου του Φόσκολο (1827), που είχε φύγει Έλληνας από την πατρίδα του για να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς ποιητές του 19ου αιώνα. Ποίημα επικήδειο, περιέχει όλη τη συγκίνηση που προκάλεσε στο νησί η θλιβερή αναγγελία. Κυρίαρχη εικόνα του είναι η προσωποποίηση της Ζακύνθου ως μητέρας που μοιρολογεί τον οριστικό χαμό του παιδιού της (που είναι ακόμη πιο οδυνηρός, γιατί η σορός θα ταφεί σε ξένη γη), όπως είχε θρηνήσει τη μεγάλη απώλεια που αποτέλεσε για την ελληνική ποίηση η ανάδειξή του σε Ιταλό ποιητή. Η προτροπή των τριών τελευταίων στίχων προς τον μεγάλο νεκρό υποδηλώνει τη σχέση μαθητείας που ένιωθαν οι Επτανήσιοι ποιητές να τους συνδέει με τον Φόσκολο. Αλλά μπορεί να διαβαστεί και ως αυτοαναφορική και προφητική, αφού η ευχή την οποία περιέχει θα πραγματοποιηθεί σύντομα και μάλιστα από τον ίδιο τον Σολωμό, που θα αναδειχτεί ποιητής ισάξιος του Φόσκολο, αν όχι μεγαλύτερος.
    Το ποίημα μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με τους δύο ύμνους του Φόσκολο στη Ζάκυνθο (Α11 και Παράρτημα, αρ. 6).
    ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
    1. Ποια στοιχεία του ποιήματος δηλώνουν την προσωποποίηση της πατρίδος ως μητέρας;
    2. Πώς θα χαρακτηρίζατε από το ποίημα αυτό τη σχέση του Σολωμού με τον Φόσκολο;
     

    eikonaΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (Ζάκυνθος 1798 – Κέρκυρα 1857). Γιος ενός ηλικιωμένου κόντε και της νεαρής υπηρέτριάς του, ο Σολωμός έλαβε, ως γόνος Επτανήσιου αριστοκράτη, ιταλική παιδεία, πρώτα στη γενέτειρά του κι έπειτα στην Κρεμόνα και την Παβία της Ιταλίας. Εκεί ξεκίνησε την ποιητική του δραστηριότητα, την οποία συνέχισε όταν επέστρεψε εικοσάχρονος στην πατρίδα του, συνθέτοντας ιταλόγλωσσα σονέτα με θρησκευτικά ή επίκαιρα θέματα, συχνά στο πλαίσιο βραδιών αυτοσχεδιασμού, όπως δηλώνει ο τίτλος της πρώτης του συλλογής Rime Imprοvvisate (Αυτοσχέδιοι στίχοι, 1822). Γρήγορα, όμως, και σε αντίθεση με τον πατριώτη του Ούγο Φόσκολο, ο Σολωμός αποφάσισε να γίνει Έλληνας ποιητής και αφιερώθηκε στη συστηματική μελέτη της ελληνικής λογοτεχνικής γλώσσας και παράδοσης. Η ιταλική διαμόρφωσή του επηρέασε γόνιμα την ελληνόγλωσση παραγωγή του, αποτέλεσε το φίλτρο μέσα από το οποίο προσέλαβε αργότερα τον γερμανικό Ρομαντισμό και ιδεαλισμό, και, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έδωσε και πάλι δημιουργικούς καρπούς, με τη μορφή ολιγάριθμων αλλά αξιόλογων ιταλόγλωσσων πεζών και ποιητικών κειμένων.
     

     Η Σκιά του Ομήρου  (Διονυσίου Σολωμού)

    Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι, ειρήνη
    όλην, όλην την φύση ακινητούσε,
    και μέσα από την έρημη την κλίνη
    τ' αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε,
    τριγύρω γύρω η νυκτική γαλήνη
    τη γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε.
    Απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει,
    Στο ακρογιάλι αναπαύοταν ο γέρος
    στα παλιά τα ρούχα του, σχισμένα,
    εκινούσε το φύσημα του αέρος
    τα αριά μαλλιά του, όλ' ασπρισμένα,
    και αυτός στο πολύαστρο του αιθέρος
    τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα.
    Αγάλι αγάλι ασηκώθη από χάμου
    και, ωσάν νά 'χε το φως του, ήλθε κοντά μου.
    [πηγή: Διονύσιος Σολωμός, Άπαντα, τ. Α΄. Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 71999, σ. 58]

     
     
     

    ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΦΩΚΙΑΣ (Ζεράρ ντε Νερβάλ)

       Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (Β΄ Γενικού Λυκείου - Επιλογής) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο)  από το Ψηφιακό Σχολείο

    ΠΑΝΤΟΤΕ ΣΥΜΠΑΘΟΥΣΑ ΤΙΣ ΦΩΚΙΕΣ, ιδίως από τότε που άκουσα στην Ολλανδία την ιστορία που θα σας διηγηθώ. Είναι πραγματική, αν πιστέψει κανείς τους Ολλανδούς. Αυτά τα ζώα είναι τα σκυλιά των ψαράδων. Έχουν κεφάλι μολοσσού, μάτι βοϊδίσιο και μουστάκια γάτας. Την περίοδο του ψαρέματος ακολουθούν τις βάρκες και κυνηγάνε το ψάρι όταν ο ψαράς αστοχεί ή το αφήνει να του ξεφύγει. Το χειμώνα είναι πολύ κρυουλιάρες και σε κάθε ιγκλού ψαρά, βλέπεις να τριγυρνάει και μία, που συνήθως πιάνει την καλύτερη θέση μπροστά στη φωτιά, περιμένοντας το μερίδιο της απ’ ό,τι βράζει στη χύτρα.
    Ένας ψαράς και η γυναίκα του, περνούσαν μεγάλες φτώχειες —η χρονιά ήταν πολύ κακή— και όταν δεν υπήρχε πια λέπι, ο ψαράς λέει στη γυναίκα του: «Αυτό το βρωμόψαρο τρώει την μπουκιά απ’ το στόμα των παιδιών μας. Μου ’ρχεται να το πάρω και να το πετάξω στη θάλασσα· ας πα να βρει τους όμοιούς του· αυτοί ξέρουν κάτι τρύπες και ξεχειμωνιάζουν, χωμένοι κάτω από φύκια κι όλο και ξετρυπώνουν κανένα ψάρι για φαΐ».
    Η γυναίκα του ψαρά έπεσε γονατιστή μπροστά στον άντρα της και τον παρακαλούσε να λυπηθεί τη φώκια. Η σκέψη όμως των παιδιών της που ’χαν ξελιγωθεί από την πείνα κατεύνασε γρήγορα αυτή την κρίση μεγαλοψυχίας. Τα χαράματα, ο ψαράς έβαλε τη φώκια μέσα στη βάρκα του κι αφού ξανοίχτηκε μερικές λεύγες, την ξεμπάρκαρε σ’ ένα ξερονήσι. Η φώκια άρχισε να παίζει χαζοχαρούμενα με τις άλλες φώκιες και ούτε που πήρε είδηση πως η βάρκα έφευγε.
    Ο ψαράς γύρισε στην καλύβα του με την καρδιά ραγισμένη απ’ το χαμό του συντρόφου του. Μόλις μπήκε μέσα, βρήκε τη φώκια να στρογγυλοκάθεται μπροστά στη φωτιά και να στεγνώνει τη γούνα της. Άντεξαν την πείνα για λίγες μέρες ακόμα. Μετά, ο ψαράς, αλαλιασμένος απ’ τις φωνές των παιδιών του που ζητούσαν φαΐ, αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Αυτή τη φορά, ξανοίχτηκε πολύ βαθιά στη θάλασσα και πέταξε τη φώκια στο νερό, μακριά απ’ τις ακτές. Η φώκια προσπαθούσε απεγνωσμένα να γαντζωθεί από την κουπαστή, με τα πτερύγιά της που μοιάζουν με χέρια. Ο ψαράς, εκνευρισμένος, της κοπανάει μια με το κουπί, με αποτέλεσμα να της σπάσει το ένα πτερύγιο. Η φώκια έμπηξε κάτι τσιριχτά σαν άνθρωπος και χάθηκε μέσ’ στο νερό, που βάφτηκε κόκκινο απ’ το αίμα της.
    Ο ψαράς γύρισε σπίτι του ψυχικό ράκος. Αυτή τη φορά η φώκια δεν τον περίμενε κάτω απ’ την καμινάδα. Την ίδια νύχτα, όμως, ακούστηκαν φωνές έξω στο δρόμο. Ο ψαράς νόμιζε ότι κάποιον σκοτώνουν και βγήκε να βοηθήσει το θύμα. Μπροστά στην πόρτα βρήκε τη φώκια που ’χε συρθεί μέχρι το σπίτι και φώναζε γοερά, υψώνοντας στον ουρανό το ματωμένο της πτερύγιο. Τη μάζεψαν, την περιποιήθηκαν κι ούτε που ξανασκέφτηκαν ποτέ να τη διώξουν απ’ το σπίτι· άλλωστε, από εκείνη τη στιγμή, η ψαριά ήταν κάθε φορά και καλύτερη.
    μτφρ. Συλβάνα Ζερβακάκη
    ιγκλού: καλύβα σε ημισφαιρικό σχήμα, συνήθως από πάγο.
     
    ΣΧΟΛΙΟ
    Από τους βασικούς εισηγητές της θεματικής του γερμανικού Ρομαντισμού στη Γαλλία, ο Ζεράρ ντε Νερβάλ έγραψε, ανάμεσα σε πολλά άλλα κείμενα, μια σειρά ταξιδιωτικών αφηγήσεων από τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία. Η σύντομη «Ιστορία μιας φώκιας» αφηγείται με αξιοπρόσεκτα λιτό τρόπο ένα περιστατικό που φαίνεται να προέρχεται από τη λαϊκή μυθολογία, αλλά δεν παραβιάζει τις συμβάσεις της «πραγματικής ιστορίας». Το ζώο που διεκδικεί την ισότιμη ένταξή του στην κοινότητα των ανθρώπων συμπεριφέρεται με τρόπο που κινητοποιεί την ανθρώπινη ευαισθησία, χωρίς όμως να εμφανίζει υπερφυσικές ιδιότητες. Όπως και στη «Ζητιάνα του Λοκάρνο», το επεισόδιο που αφηγείται ο Νερβάλ επικεντρώνεται στη δύσκολη συνύπαρξη των εκπροσώπων δύο διαφορετικών κόσμων. Η σκληρότητα ωστόσο του ανθρώπου προς το αδύναμο ζώο δεν είναι εδώ στοιχείο αλαζονείας, αλλά απόρροια της δικής του αδυναμίας (της απόγνωσης που προκαλεί στον άνδρα η αδυναμία του να θρέψει τα παιδιά του). Στο ηθικό στερέωμα αυτής της τρυφερής ιστορίας, εξάλλου, ο ταπεινότερος συντελεστής είναι σε θέση να διδάξει τον ισχυρότερο, ο οποίος επίσης είναι σε θέση να διδαχτεί. Έτσι, η τύχη που επιφυλάσσει η ιστορία του Νερβάλ στους πρωταγωνιστές της (η αλήθεια που διδάσκει στον άνθρωπο η επιμονή του ζώου) δεν είναι η αναπότρεπτη αλληλοεξόντωση, αλλά η δυνατότητα της φιλάλληλης συμβίωσης.

    ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
    1. Δύναμη-αδυναμία: πώς λειτουργεί το συγκεκριμένο ζεύγος εννοιών στο διήγημα του Νερβάλ;
    2. Γιατί η «Ιστορία μιας φώκιας» δεν προβάλλει απλώς ένα φιλοζωικό μήνυμα;;
    3. Να αντιπαραβάλετε τη σχέση ανθρώπου-ζώου στην «Ιστορία μιας φώκιας» και στον «Κύκνο» του Μρόζεκ (Β28).


    eikona
     
    GERARD DE NERVAL (Παρίσι 1808 – Παρίσι 1855). Γάλλος ποιητής και πεζογράφος. Έγινε γνωστός στα είκοσι χρόνια του, όταν μετέφρασε τον Φάουστ του Γκαίτε, μετάφραση για την οποία ο ίδιος ο Γκαίτε εκφράστηκε με ενθουσιασμό. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Ταξίδεψε σε χώρες της Ανατολής και επηρεάστηκε από τους μύθους και τις απόκρυφες δοξασίες τους. Στην εποχή του θεωρήθηκε ήσσων ποιητής, ενώ στον εικοστό αιώνα το έργο του επαινέθηκε από κριτικούς και συγγραφείς όπως ο Προυστ και ο Μπρετόν.
    Έργα του: Ταξίδι στην Ανατολή (οδοιπορικό, 1841), Τα κορίτσια της φωτιάς (νουβέλες, 1854), Χίμαιρες (σονέτα, 1854), Αυρηλία ή Το όνειρο και η ζωή (1855), κ.ά.
     
     
    Σχέδιο του Άλφρεντ Κούμπιν
    Σχέδιο του Άλφρεντ Κούμπιν

    Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

    Δομή Εργασίας - Θεματικές Ενότητες


    Η Δομή της εργασίας με τις θεματικές ενότητες και τη σειρά που θα τις αναπτύξουμε θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:
    1. Πρόλογος – Εισαγωγή. Γιατί έχουμε επιλέξει το συγκεκριμένο περιβαλλοντικό πρόγραμμα. Ποιους στόχους έχουμε θέσει και πώς θα τους πετύχουμε.
    2. Σημασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος για τον άνθρωπο και ειδική αναφορά για τα Ελληνικά δεδομένα.
    3. Ιστορική αναδρομή και μυθολογικές, λογοτεχνικές αναφορές για την θάλασσα και τα θαλάσσια είδη.
    4. Παράγοντες που επηρεάζουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα (φυσικά φαινόμενα, οικονομικές και τουριστικές δραστηριότητες κ.λ.π.)
    5. Απειλούμενα θαλάσσια είδη της Μεσογείου.
    6. Μελέτη περίπτωσης, θαλάσσια χελώνα καρέτα - καρέτα και η φώκια monachous monachous. Ειδική αναφορά για την ζωή στην ακτή και την θάλασσα που ζούν και παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθυσμό τους.
    7. Γνωριμία με οργανισμούς και συλλόγους προστασίας απειλούμενων θαλάσσιων ειδών. (Αρχέλων, mom, wwf κ.λ.π.)
    8. Θαλάσσιο Πάρκο. Πώς μπορούμε να συμβάλλουμε εμείς στην προστασία των απειλούμενων θαλάσσιων ειδών. Ολοκληρωμένη Αειφορική Διαχείριση του Θαλάσσιου Χώρου και ιδιαίτερα του Παράκτιου Περιβάλλοντος.
    9. Συμπεράσματα , ευρήματα τέχνημα.